ice cap
ice
aɪs
ais
cap
kæp
kāp
icecap

Ορισμός και σημασία του "ice cap"στα αγγλικά

01

παγοκάλυμμα, πωματισμός πάγου

the thick coating of ice that covers a large area, mostly in polar regions 
ice cap definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ice caps
Παραδείγματα
The polar ice caps are melting due to climate change. 

Οι πολικοί πάγοι λιώνουν λόγω της κλιματικής αλλαγής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store