ice cap
ice
aɪs
αισ
cap
kæp
καιπ
/ˈaɪs kˈap/
icecap

Ορισμός και σημασία του "ice cap"στα αγγλικά

01

παγοκάλυμμα, πωματισμός πάγου

the thick coating of ice that covers a large area, mostly in polar regions
ice cap definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ice caps
Παραδείγματα
The Arctic icecap is shrinking at an alarming rate.
Ο παγοκάλυκας της Αρκτικής συρρικνώνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store