iambic
iam
ˈaɪæm
aiām
bic
bɪk
bik

Ορισμός και σημασία του "iambic"στα αγγλικά

01

ιαμβικός, ιαμβικό πόδι

a metrical foot in poetry consisting of two syllables, the first unstressed and the second stressed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
iambs
01

ιαμβικός, σχετικός με τους ιαμβους

of or consisting of iambs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
poetry, meter, literature

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

iambic
iamb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store