hyla
hy
ˈhaɪ
hai
la
delilah

Ορισμός και σημασία του "hyla"στα αγγλικά

01

ύλα, δενδροβάτραχος

a genus of frogs characterized by their ability to climb trees and their distinctive calls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hylas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store