Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hydraulic
01
υδραυλικός, σχετικός με την υδραυλική
relating to the transmission or control of fluids under pressure within confined systems or machinery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Students in the hydraulic engineering program studied fluid mechanics, pipe systems, and control mechanisms.
Οι φοιτητές του προγράμματος υδραυλικής μηχανικής μελέτησαν τη μηχανική των ρευστών, τα συστήματα σωληνώσεων και τους μηχανισμούς ελέγχου.
02
υδραυλικός, με υδραυλική κίνηση
operated by, moved by, or powered by a liquid under pressure within a system
Παραδείγματα
Modern excavators employ hydraulic cylinders to open and close their bucket and arm assemblies with great force.
Οι σύγχρονες εκσκαφείς χρησιμοποιούν υδραυλικούς κυλίνδρους για να ανοίγουν και να κλείνουν τα κοφτερά και τα συγκροτήματα βραχιόνων με μεγάλη δύναμη.
Λεξικό Δέντρο
hydraulicly
hydraulic
hydraul



























