hydrated
Pronunciation
/ˈhaɪˌdɹeɪtəd/

Ορισμός και σημασία του "hydrated"στα αγγλικά

01

ενυδατωμένος

(of a person) having enough water or moisture in the body to stay properly nourished and healthy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hydrated
συγκριτικός βαθμός
more hydrated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It ’s easy to forget to stay hydrated when you ’re busy at work.
Είναι εύκολο να ξεχάσεις να παραμείνεις ενυδατωμένος όταν είσαι απασχολημένος στη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

dehydrated
hydrated
hydrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store