husk
husk
həsk
χασκ
/hˈʌsk/

Ορισμός και σημασία του "husk"στα αγγλικά

01

φλοιός, περίβλημα

outer membranous covering of some fruits or seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
husks
02

φλοιός, περικάρπιο

material consisting of seed coverings and small pieces of stem or leaves that have been separated from the seeds
to husk
01

ξεφλουδίζω, αφαιρώ το φλοιό

remove the husks from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husk
γ΄ ενικό πρόσωπο
husks
ενεστώτα μετοχή
husking
απλός αόριστος
husked
παθητική μετοχή
husked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store