husk
husk
hʌsk
χασκ
ruskbuskmuskbrusque

Ορισμός και σημασία του "husk"στα αγγλικά

01

outer membranous covering of some fruits or seeds 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
husks
Παραδείγματα
She peeled the husk from the ear of corn. 
to husk
01

αποφλοιώνω, ξεφλουδίζω

remove the husks from 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husk
γ΄ ενικό πρόσωπο
husks
ενεστώτα μετοχή
husking
απλός αόριστος
husked
παθητική μετοχή
husked
Παραδείγματα
We husk the corn before boiling it. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

husky
husk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store