Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Husk
01
φλοιός, περίβλημα
outer membranous covering of some fruits or seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
husks
02
φλοιός, περικάρπιο
material consisting of seed coverings and small pieces of stem or leaves that have been separated from the seeds
to husk
01
ξεφλουδίζω, αφαιρώ το φλοιό
remove the husks from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husk
γ΄ ενικό πρόσωπο
husks
ενεστώτα μετοχή
husking
απλός αόριστος
husked
παθητική μετοχή
husked
Λεξικό Δέντρο
husky
husk



























