Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Husk
01
outer membranous covering of some fruits or seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
husks
Παραδείγματα
She peeled the husk from the ear of corn.
to husk
01
αποφλοιώνω, ξεφλουδίζω
remove the husks from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husk
γ΄ ενικό πρόσωπο
husks
ενεστώτα μετοχή
husking
απλός αόριστος
husked
παθητική μετοχή
husked
Παραδείγματα
We husk the corn before boiling it.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
husky
husk



























