hunk
hunk
hʌnk
hank
junkdunksunkflunk

Ορισμός και σημασία του "hunk"στα αγγλικά

01

ένας δυνατός και μυώδης ελκυστικός άνδρας, γκόμενος

a strong and muscular man who is sexually attractive 
hunk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
hunks
αρσενικό ενικό
hunk
neutral form
attractive person
02

κομμάτι, ογκόλιθος

a large piece of something without definite shape 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hunky
hunk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store