Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humid
01
υγρός, βαρύς
(of the climate) having a lot of moisture in the air, causing an uncomfortable and sticky feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humid
συγκριτικός βαθμός
more humid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
weather, climate, atmosphere
Παραδείγματα
The humid weather made the air feel heavy and sticky.
Ο υγρός καιρός έκανε τον αέρα να φαίνεται βαρύς και κολλώδης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
humidness
humid



























