humbug
hum
ˈhʌm
χαμ
bug
bʌg
μπαγκ

Ορισμός και σημασία του "humbug"στα αγγλικά

01

απάτη, εξαπάτηση

something intended to deceive; deliberate trickery intended to gain an advantage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
humbugs
02

ανοησία, ασυναρτησία

pretentious or silly talk or writing 
03

απάτη, εξαπάτηση

communication (written or spoken) intended to deceive 
to humbug
01

εξαπατώ, γελώ

to deceive or trick someone, often by pretending to be sincere or honest when one is not 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humbug
γ΄ ενικό πρόσωπο
humbugs
ενεστώτα μετοχή
humbugging
απλός αόριστος
humbugged
παθητική μετοχή
humbugged
Παραδείγματα
He humbugs his coworkers with false promises of promotions. 

Εξαπατά τους συναδέλφους του με ψεύτικες υποσχέσεις προαγωγών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store