Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humbug
01
απάτη, εξαπάτηση
something intended to deceive; deliberate trickery intended to gain an advantage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humbugs
02
ανοησία, ασυναρτησία
pretentious or silly talk or writing
03
απάτη, εξαπάτηση
communication (written or spoken) intended to deceive
to humbug
01
εξαπατώ, γελώ
to deceive or trick someone, often by pretending to be sincere or honest when one is not
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humbug
γ΄ ενικό πρόσωπο
humbugs
ενεστώτα μετοχή
humbugging
απλός αόριστος
humbugged
παθητική μετοχή
humbugged
Παραδείγματα
If she continues to humbug her way through life, she will eventually lose the trust of everyone around her.
Αν συνεχίσει να εξαπατά τον δρόμο της στη ζωή, τελικά θα χάσει την εμπιστοσύνη όλων γύρω της.



























