Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Human being
01
ανθρώπινο ον, άνθρωπος
any living or extinct member of the family Hominidae characterized by superior intelligence, articulate speech, and erect carriage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
human beings



























