Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Human activity
01
ανθρώπινη δραστηριότητα, ανθρώπινη δράση
something that people do or cause to happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
human activities



























