human
hu
ˈhju:
hyoo
man
mən
mēn
huminhamanhunan

Ορισμός και σημασία του "human"στα αγγλικά

01

ανθρώπινος, ανθρώπινη

related or belonging to people, not machines or animals 
human definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The human brain is capable of remarkable feats of creativity and innovation. 

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ικανός για αξιοσημείωτα κατορθώματα δημιουργικότητας και καινοτομίας.

02

ανθρώπινος, ανθρώπινη

relating to a person 
03

ανθρώπινος, ανθρώπινη

having human form or attributes as opposed to those of animals or divine beings 
01

άνθρωπος, ανθρώπινο ον

a person 
human definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humans
Παραδείγματα
Human beings have the ability to communicate through language. 

Οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να επικοινωνούν μέσω της γλώσσας.

Λεξικό Δέντρο

humanly
humanness
inhuman
human
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store