huff
Pronunciation
/ˈhəf/

Ορισμός και σημασία του "huff"στα αγγλικά

01

ενόχληση, εκνευρισμός

a state of irritation or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
huffs
02

η ικανότητα λήψης, το δικαίωμα του φυσήματος

the ability of a player to capture an opponent's game piece by removing it from the board when the opponent fails to capture one of the player's pieces that is able to make a capture move on the same turn
to huff
01

φυσώ δυνατά και δυνατά, αναπνέω δυνατά

blow hard and loudly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
huff
γ΄ ενικό πρόσωπο
huffs
ενεστώτα μετοχή
huffing
απλός αόριστος
huffed
παθητική μετοχή
huffed
02

εισπνέω, ρουφάω

inhale recreational drugs
03

γρυλλίζω, αναστενάζω με αγανάκτηση

to speak or make a noise showing that you are annoyed or offended
Παραδείγματα
They huffed quietly after being left out of the meeting.
Μουρμούρισαν σιωπηλά αφού αποκλείστηκαν από τη συνάντηση.

Λεξικό Δέντρο

huffish
huffy
huff
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store