Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Huff
01
ενόχληση, εκνευρισμός
a state of irritation or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
huffs
02
η ικανότητα λήψης, το δικαίωμα του φυσήματος
the ability of a player to capture an opponent's game piece by removing it from the board when the opponent fails to capture one of the player's pieces that is able to make a capture move on the same turn
to huff
01
φυσώ δυνατά και δυνατά, αναπνέω δυνατά
blow hard and loudly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
huff
γ΄ ενικό πρόσωπο
huffs
ενεστώτα μετοχή
huffing
απλός αόριστος
huffed
παθητική μετοχή
huffed
02
εισπνέω, ρουφάω
inhale recreational drugs
03
γρυλλίζω, αναστενάζω με αγανάκτηση
to speak or make a noise showing that you are annoyed or offended
Παραδείγματα
"Fine, do it your way," she huffed.
"Καλά, κάνε το με τον τρόπο σου," έσπυξε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
huffish
huffy
huff



























