Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Housework
01
οικιακές εργασίες, δουλειές του σπιτιού
regular work done in a house, especially cleaning, washing, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She spent the afternoon doing housework, including dusting, vacuuming, and doing laundry.
Πέρασε το απόγευμα κάνοντας οικιακές εργασίες, συμπεριλαμβανομένου του ξεσκόνισματος, του σκούπισματος με ηλεκτρική σκούπα και του πλύσιμου ρούχων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
housework
house
work



























