Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Housework
01
οικιακές εργασίες, δουλειές του σπιτιού
regular work done in a house, especially cleaning, washing, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They often listen to music while doing housework to make the tasks more enjoyable.
Συχνά ακούνε μουσική ενώ κάνουν δουλειές του σπιτιού για να κάνουν τις εργασίες πιο ευχάριστες.
Λεξικό Δέντρο
housework
house
work



























