Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
housebroken
01
εκπαιδευμένος να ουρεί ή αφοδεύει έξω από το σπίτι, εξημερωμένος (για κατοικίδια)
(of pets) trained to urinate or defecate outside the house or in a litter box
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most housebroken
συγκριτικός βαθμός
more housebroken
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
housebroken
house
broken



























