housebreaker
Pronunciation
/hˈaʊsbɹeɪkɚ/

Ορισμός και σημασία του "housebreaker"στα αγγλικά

01

διαρρήκτης, κλέφτης σπιτιών

a person who breaks into someone's house to steal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
housebreakers
Παραδείγματα
The investigation revealed that the housebreaker was part of a larger burglary ring operating in the city.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο διαρρήκτης ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου δικτύου κλοπών που λειτουργούσε στην πόλη.
02

καταστροφέας σπιτιών, κατεδαφιστής σπιτιών

a wrecker of houses

Λεξικό Δέντρο

housebreaker
housebreak

house

+

break

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store