hour
hour
aʊə
awe
hodur

Ορισμός και σημασία του "hour"στα αγγλικά

01

ώρα

each of the twenty-four time periods that exist in a day and each time period is made up of sixty minutes 
hour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hours
Παραδείγματα
I have a deadline in three hours, so I need to work quickly. 

Έχω προθεσμία σε τρεις ώρες, οπότε πρέπει να δουλέψω γρήγορα.

02

ώρα

clock time 
03

ώρα, στιγμή

a special and memorable period 
04

ώρα, απόσταση σε ώρες

distance measured by the time taken to cover it 

Λεξικό Δέντρο

hourly
hour
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store