hound
hound
haʊnd
hawnd
moundroundfoundpound

Ορισμός και σημασία του "hound"στα αγγλικά

01

σκυλί κυνηγιού, λαγωνικό

any dog with a sharp sense of smell or sight that can run fast, used for hunting 
hound definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hounds
02

κάθαρμα, αχρείος

someone who is morally reprehensible 
to hound
01

καταδιώκω αμείλικτα, ακολουθώ αδιάκοπα

to constantly chase, pressure, or follow someone to gain or achieve something 
Transitive: to hound sb
to hound definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hound
γ΄ ενικό πρόσωπο
hounds
ενεστώτα μετοχή
hounding
απλός αόριστος
hounded
παθητική μετοχή
hounded
Παραδείγματα
The paparazzi hounded the celebrity for photographs. 

Οι παπαράτσι κατέδιωξαν τη διασημότητα για φωτογραφίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store