hot stuff
hot
hɒt
hot
stuff
stʌf
staf

Ορισμός και σημασία του "hot stuff"στα αγγλικά

01

καυτό πράγμα, σεξι πράγμα

someone who is sexually appealing 
hot stuff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hot stuffs
02

σεξουαλική έλξη, γόητρο

the quality of being attractive and exciting (especially sexually exciting) 
03

καυτό πράγμα, δημοφιλές άρθρο

the quality of being popular 
04

καυτό θέμα, αμφιλεγόμενο ζήτημα

‌something that is likely to cause people to disagree or be angry 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store