hot spring
hot
hɒt
hot
spring
sprɪng
spring

Ορισμός και σημασία του "hot spring"στα αγγλικά

01

θερμή πηγή, θερμική πηγή

a source of hot water that natrurally flows out of the ground 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hot springs
Παραδείγματα
Tourists soaked in the hot springs to relieve muscle pain. 

Οι τουρίστες μούλιασαν στα θερμά νερά για να ανακουφίσουν τον μυϊκό πόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store