hot spring
hot
hɑ:t
χατ
spring
sprɪng
σπρινγκ
/hˈɒt spɹˈɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "hot spring"στα αγγλικά

01

θερμή πηγή, θερμική πηγή

a source of hot water that natrurally flows out of the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hot springs
Παραδείγματα
Legends claim the hot spring has healing properties.
Οι θρύλοι ισχυρίζονται ότι η θερμή πηγή έχει θεραπευτικές ιδιότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store