hot potato
hot
ˈhɒt
hot
po
ta
teɪ
tei
to
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "hot potato"στα αγγλικά

01

ζεστή πατάτα, επιφυλακτικό θέμα

a difficult or controversial issue or topic that is uncomfortable or risky to handle 
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hot potatoes
Παραδείγματα
The scandal surrounding the company's financial practices became a hot potato that no executive wanted to address directly. 

Το σκάνδαλο γύρω από τις οικονομικές πρακτικές της εταιρείας έγινε μια καυτή πατάτα που κανένας στέλεχος δεν ήθελε να αντιμετωπίσει άμεσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store