Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horseback rider
01
καβαλάρης, άντρας επιδέξιος στην ιππασία
a man skilled in equitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horseback riders



























