hooch
Pronunciation
/ˈhutʃ/

Ορισμός και σημασία του "hooch"στα αγγλικά

01

σπιτικό αλκοόλ, παράνομο αλκοόλ

a term used to describe homemade or illegally distilled alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hooches
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store