Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Honeymooner
01
νεόνυμφος, μήνας του μέλιτος
someone recently married
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
honeymooners
Λεξικό Δέντρο
honeymooner
honeymoon



























