appellate
a
ə
ē
ppe
ˈpɛ
pe
llate
lɪt
lit
stellatefellatechelateconstellate

Ορισμός και σημασία του "appellate"στα αγγλικά

01

εφετείο, εφεσιβόλος

(of a court or judge) possessing the power to make changes to a legal order 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, jurisdiction, courts
Παραδείγματα
Lawyers prepared their arguments for the appellate judge's consideration. 

Οι δικηγόροι προετοίμασαν τα επιχειρήματά τους για την εξέταση του εφετείου δικαστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store