holy week
ho
ˈhəʊ
hew
ly
li
li
week
wi:k
vik

Ορισμός και σημασία του "holy week"στα αγγλικά

01

αγία εβδομάδα, η εβδομάδα πριν από το Πάσχα

the week before Easter 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store