Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Holy terror
01
τρόμος, φρικτό παιδί
a very troublesome child
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holy terrors
LanGeek



























