Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Holiday resort
01
θερινό θέρετρο, τουριστικό συγκρότημα
a place that has many hotels, bars, etc. where many people go on holiday
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holiday resorts



























