Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Holiday
01
διακοπές, άδεια
a period of time away from home or work, typically to relax, have fun, and do activities that one enjoys
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holidays
Παραδείγματα
I ca n’t wait for the holiday to relax and unwind.
Δεν μπορώ να περιμένω τις διακοπές για να χαλαρώσω και να ξεκουραστώ.
02
αργία, εθνική εορτή
a day fixed by law when we do not have to go to school or work, usually because of a religious or national celebration
Παραδείγματα
The government declared a holiday to celebrate the national victory.
Η κυβέρνηση κήρυξε αργία για να γιορτάσει την εθνική νίκη.
03
διακοπές, αργία
a period when schools and businesses are closed for celebration or relaxation
Dialect
American
Παραδείγματα
He enjoys spending his holidays hiking in the mountains.
Απολαμβάνει να περνάει τις διακοπές του πεζοπορώντας στα βουνά.
to holiday
01
περνώ τις διακοπές, παίρνω άδεια
spend or take a vacation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
holiday
γ΄ ενικό πρόσωπο
holidays
ενεστώτα μετοχή
holidaying
απλός αόριστος
holidayed
παθητική μετοχή
holidayed



























