Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hole up
01
κρύβομαι, παραμένω κρυμμένος
to hide and stay in a place to avoid being noticed or disturbed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
hole
ενεστώτας
hole up
γ΄ ενικό πρόσωπο
holes up
ενεστώτα μετοχή
holing up
απλός αόριστος
holed up
παθητική μετοχή
holed up
Παραδείγματα
Fearing a storm, the campers decided to hole up in their tents until the weather improved.
Φοβούμενοι μια καταιγίδα, οι κάμπερς αποφάσισαν να κρυφτούν στις σκηνές τους μέχρι να βελτιωθεί ο καιρός.
02
χειμεριάζω, κρύβομαι
to spend the winter in a state of reduced activity to conserve energy
03
κάνω μια τρύπα σε ένα, σκοράρω μια τρύπα σε ένα
score a hole in one



























