Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hole up
[phrase form: hole]
01
κρύβομαι, παραμένω κρυμμένος
to hide and stay in a place to avoid being noticed or disturbed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
hole
ενεστώτας
hole up
γ΄ ενικό πρόσωπο
holes up
ενεστώτα μετοχή
holing up
απλός αόριστος
holed up
παθητική μετοχή
holed up
Παραδείγματα
With exams approaching, students often hole up in the library to study without distractions.
Με τις εξετάσεις να πλησιάζουν, οι μαθητές συχνά κλείνονται στη βιβλιοθήκη για να μελετούν χωρίς περισπασμούς.
02
χειμεριάζω, κρύβομαι
to spend the winter in a state of reduced activity to conserve energy
03
κάνω μια τρύπα σε ένα, σκοράρω μια τρύπα σε ένα
score a hole in one



























