hitman
hit
ˈhɪt
hit
man
ˌmæn
mān
/hˈɪtmən/

Ορισμός και σημασία του "hitman"στα αγγλικά

01

επαγγελματίας δολοφόνος, μισθοφόνος δολοφόνος

a person who is hired to kill someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hitmen
Παραδείγματα
Investigators uncovered a network of hitmen working for organized crime.
Οι ερευνητές αποκάλυψαν ένα δίκτυο επαγγελματιών δολοφόνων που εργάζονταν για τον οργανωμένο έγκλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store