hitchhiker
Pronunciation
/ˈhɪtʃˌhaɪkɝ/

Ορισμός και σημασία του "hitchhiker"στα αγγλικά

01

οτοστόπερ, αυτοστόπερ

a person who travels by getting free rides from passing vehicles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hitchhikers

Λεξικό Δέντρο

hitchhiker
hitchhike

hitch

+

hike

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store