hired hand
hired
haɪəd
haied
hand
hand
hand

Ορισμός και σημασία του "hired hand"στα αγγλικά

01

αγροτικός εργάτης, μισθωτός εργάτης

a worker employed to help with farm or ranch tasks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
hired hands
αρσενικό ενικό
hired hand
θηλυκό ενικό
hired hand
neutral form
worker
Παραδείγματα
The hired hand feeds the animals every morning. 

Ο μισθωτός εργάτης ταΐζει τα ζώα κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store