hired hand
Pronunciation
/hˈaɪɚd hˈænd/

Ορισμός και σημασία του "hired hand"στα αγγλικά

01

αγροτικός εργάτης, μισθωτός εργάτης

a worker employed to help with farm or ranch tasks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hired hands
Παραδείγματα
The hired hand drives the tractor to plow the fields.
Ο μισθωτός εργάτης οδηγεί το τρακτέρ για να οργώσει τα χωράφια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store