Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hinny
01
το μουλάρι, ο γαϊδουρομούλαρος
the offspring of a male horse and a female donkey, characterized by its smaller size and longer ears than a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hinnies
02
αγάπη μου, γλυκιά μου
a friendly or affectionate term, usually used for women
Dialect
British
αργκό
Παραδείγματα
How are you doing, hinny?
Πώς είσαι, hinny;



























