hindsight
hind
ˈhaɪnd
χαινντ
sight
saɪt
σαιτ

Ορισμός και σημασία του "hindsight"στα αγγλικά

01

οπισθοδρόμηση, η μεταγενέστερη γνώση

the ability to comprehend and evaluate past events or decisions, often gaining insights that were not apparent at the time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In hindsight, he realized that quitting his job without a backup plan was a mistake. 

Στο ανάποδο, συνειδητοποίησε ότι η παραίτηση από τη δουλειά του χωρίς εφεδρικό σχέδιο ήταν λάθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store