Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hindrance
01
εμπόδιο, κώλυμα
the act of stopping or slowing down something
Παραδείγματα
Bad leadership is a common hindrance to success.
Η κακή ηγεσία είναι ένα κοινό εμπόδιο για την επιτυχία.
02
εμπόδιο, παρακώλυση
a person or thing that gets in the way or obstructs movement
Παραδείγματα
Wearing heavy clothing can be a hindrance in warm weather.
Το να φοράτε βαριά ρούχα μπορεί να είναι ένα εμπόδιο σε ζεστό καιρό.
03
εμπόδιο, κώλυμα
something that makes it difficult to do something or slows progress
Παραδείγματα
Heavy traffic is often a hindrance to timely deliveries.
Η έντονη κυκλοφορία είναι συχνά ένα εμπόδιο για τις έγκαιρες παραδόσεις.



























