Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hindoo
01
Ινδουιστής, Ινδός
a native or inhabitant of Hindustan or India
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Hindoos
02
Ινδουιστής, ακόλουθος του Ινδουισμού
a person who adheres to Hinduism
hindoo
01
ινδουιστικός, σχετικός με τον ινδουισμό
of or relating to or supporting Hinduism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, culture, identity



























