hillside
hill
ˈhɪl
χιλ
side
ˌsaɪd
σαιντ
/hˈɪlsa‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "hillside"στα αγγλικά

01

πλαγιά, πλευρά του λόφου

a sloping surface or area of land that forms the side of a hill or mountain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hillsides
Παραδείγματα
He climbed up the grassy hillside.
Ανέβηκε το πλαγιά του λόφου με το γρασίδι.

Λεξικό Δέντρο

hillside

hill

+

side

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store