highjacking
high
ˈhaɪ
χαι
ja
ʤæ
τζαι
cking
kɪng
κινγκ
hijacking

Ορισμός και σημασία του "highjacking"στα αγγλικά

01

αεροπειρατεία, πειρατεία

robbery of a traveller or vehicle in transit or seizing control of a vehicle by the use of force 
highjacking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
highjackings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store