Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High temperature
01
υψηλή θερμοκρασία, αύξηση της θερμοκρασίας
the presence of heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























