Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High roller
01
μεγάλος σπάταλος, ανοιχτοχέρης
someone that spends money in an extravagant way
Dialect
American
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He acts like a high roller whenever he goes out with friends.
Όποτε βγαίνει με φίλους, το παίζει μεγάλος λεφτάς.
02
μεγάλος παίκτης, υψηλός παίκτης στοιχημάτων
a person who bets on very large sums of money in casinos
Dialect
American
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high rollers
Παραδείγματα
The renowned high roller placed a million-dollar bet on the roulette table, drawing a crowd of onlookers.
Ο διάσημος high roller έβαλε στοίχημα ενός εκατομμυρίου δολαρίων στο τραπέζι της ρουλέτας, προσελκύοντας ένα πλήθος θεατών.



























