high point
Pronunciation
/hˈaɪ pˈɔɪnt/

Ορισμός και σημασία του "high point"στα αγγλικά

01

υψηλότερο σημείο, κορύφωση

the most elevated or significant point of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high points
Παραδείγματα
The high point of the tour was visiting the historic castle perched on the hilltop.
Το κορυφαίο σημείο της περιήγησης ήταν η επίσκεψη στο ιστορικό κάστρο που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store