Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High horse
01
υπερήφανος και αλαζονικός, υπεροπτικός
one's arrogant and pretentious behavior that is meant to prove one's superiority over others
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high horses
Παραδείγματα
He got on his high horse after winning the debate.
Έδειξε αλαζονεία αφού κέρδισε τη συζήτηση.



























