heroism
he
ˈhɛ
he
roi
ˌrəʊɪ
rewi
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "heroism"στα αγγλικά

01

ηρωισμός

the qualities or actions of a hero, especially courage, noble acts, or self-sacrifice in the face of danger or adversity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The firefighter's heroism saved dozens of people from the burning building. 

Ο ηρωισμός του πυροσβέστη έσωσε δεκάδες ανθρώπους από το κτίριο που έκαιγε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

heroism
hero
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store