apologist
a
ə
α
po
ˈpɒ
πο
lo
λα
gist
ʤɪst
τζιστ
geologistzoologisturologistideologist

Ορισμός και σημασία του "apologist"στα αγγλικά

01

απολογητής, υπερασπιστής

a person who defends or justifies a belief, policy, or institution, often against criticism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
apologists
Παραδείγματα
He became an apologist for the government's controversial policies. 

Έγινε απολογητής για τις αμφιλεγόμενες πολιτικές της κυβέρνησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

apologist
apology
apo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store