Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apologist
01
απολογητής, υπερασπιστής
a person who defends or justifies a belief, policy, or institution, often against criticism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apologists
Παραδείγματα
He became an apologist for the government's controversial policies.
Έγινε απολογητής για τις αμφιλεγόμενες πολιτικές της κυβέρνησης.
Λεξικό Δέντρο
apologist
apology
apo



























