herbivore
her
ˈhɜ:
bi
bi
vore
vɔ:
vaw

Ορισμός και σημασία του "herbivore"στα αγγλικά

01

φυτοφάγος

any animal that only feeds on plants 
herbivore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
herbivores
Παραδείγματα
Deer and rabbits are herbivores that graze on grass and leaves. 

Οι ελάφια και τα κουνέλια είναι φυτοφάγα που τρέφονται με γρασίδι και φύλλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

herbivorous
herbivore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store