herbalist
Pronunciation
/ˈɝbəɫəst/, /ˈhɝbəɫəst/

Ορισμός και σημασία του "herbalist"στα αγγλικά

01

βοτανολόγος, φυτοθεραπευτής

a practitioner who specializes in using the medicinal properties of plants for promoting health and treating various health issues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
herbalists
Παραδείγματα
The herbalist may teach about the benefits of different herbs for overall well-being.
Ο βοτανολόγος μπορεί να διδάξει για τα οφέλη των διαφόρων βοτάνων για τη γενική ευημερία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store