Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Herald
01
κήρυκας, αγγελιοφόρος
a person or thing that announces or signals an important or significant event, development, or message
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heralds
Παραδείγματα
Acting as a herald, the journalist reported the latest political changes.
Ενεργώντας ως κήρυκας, ο δημοσιογράφος ανέφερε τις τελευταίες πολιτικές αλλαγές.
02
πρόδρομος, αγγελιαφόρος
something that precedes and indicates the approach of something or someone
to herald
01
ανακοινώνω, προμηνύω
to announce or signal the coming of something, often with a sense of importance or significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
herald
γ΄ ενικό πρόσωπο
heralds
ενεστώτα μετοχή
heralding
απλός αόριστος
heralded
παθητική μετοχή
heralded
Παραδείγματα
The press conference is expected to herald a major announcement from the company.
Η συνέντευξη Τύπου αναμένεται να ανακοινώσει μια σημαντική ανακοίνωση από την εταιρεία.
02
εκθειάζω, επαινώ
praise vociferously
03
χαιρετώ ενθουσιωδώς, καλωσορίζω με χαρά
greet enthusiastically or joyfully
Λεξικό Δέντρο
heraldic
heraldry
herald



























