Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Herald
01
κήρυκας, αγγελιοφόρος
a person or thing that announces or signals an important or significant event, development, or message
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heralds
Παραδείγματα
The royal herald announced the arrival of the king.
Ο βασιλικός κήρυκας ανακοίνωσε την άφιξη του βασιλιά.
02
πρόδρομος, αγγελιαφόρος
something that precedes and indicates the approach of something or someone
to herald
01
ανακοινώνω, προμηνύω
to announce or signal the coming of something, often with a sense of importance or significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
herald
γ΄ ενικό πρόσωπο
heralds
ενεστώτα μετοχή
heralding
απλός αόριστος
heralded
παθητική μετοχή
heralded
Παραδείγματα
The vibrant colors of the sunrise herald the beginning of a new day.
Τα ζωηρά χρώματα της ανατολής ανακοινώνουν την αρχή μιας νέας μέρας.
02
εκθειάζω, επαινώ
praise vociferously
03
χαιρετώ ενθουσιωδώς, καλωσορίζω με χαρά
greet enthusiastically or joyfully
Λεξικό Δέντρο
heraldic
heraldry
herald



























