henna
Pronunciation
/ˈhɛnə/

Ορισμός και σημασία του "henna"στα αγγλικά

01

χένα, βαφή χένας

a brownish-red substance taken from a tropical plant that is used to dye hair or skin
henna definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to henna
01

εφαρμόζω χένα, βαφή με χένα

to apply a natural plant-based dye, typically derived from the henna plant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
henna
γ΄ ενικό πρόσωπο
hennas
ενεστώτα μετοχή
hennaing
απλός αόριστος
hennaed
παθητική μετοχή
hennaed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store