Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Henna
01
χένα, βαφή χένας
a brownish-red substance taken from a tropical plant that is used to dye hair or skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hennas
to henna
01
εφαρμόζω χένα, βαφή με χένα
to apply a natural plant-based dye, typically derived from the henna plant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
henna
γ΄ ενικό πρόσωπο
hennas
ενεστώτα μετοχή
hennaing
απλός αόριστος
hennaed
παθητική μετοχή
hennaed



























